24/02/2021
Απεργία πείνας και καταναγκαστική σίτιση
Εντός ενός πολιτισμού που —σε επίπεδο ρητορικής— έχει αναγάγει την ανθρώπινη ζωή σε ύψιστο αγαθό και ο οποίος, την ίδια στιγμή, στο όνομα της διαφύλαξής της συχνά προβαίνει —σε επίπεδο πρακτικών— στη λύση της πειθάρχησης και της καταστολής, ακόμη και στη λύση της εξόντωσης όσων κρίνεται ότι την «απειλούν», πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε την «παράδοξη» απόφαση εκείνων των υποκειμένων που διακινδυνεύουν, μέσω της «αυτοκτονικής» επιλογής της «απεργίας πείνας», την υγεία του ίδιου του σώματός τους και που φαίνεται να αμφισβητούν την ιερότητα της ζωής στο όνομα ιδανικών ανώτερων από την ίδια τη ζωή τους; Εντός ενός πολιτισμού, στον οποίο μέσω του ιατρικού λόγου συντελέστηκε η μετατόπιση από την ποιμαντική εξουσία της θρησκείας που ευαγγελιζόταν τη λύτρωση της ψυχής προς τη βιοπολιτική εξουσία της επιστήμης που επαγγέλλεται την υγεία του σώματος, πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε εκείνες τις υποκειμενικότητες που επιλέγουν να αντισταθούν με «απεργίες πείνας», δηλαδή, μέσω πρακτικών «αυτοκτονικών» που θέτουν σε θανάσιμο κίνδυνο πρωτίστως την υγεία των ίδιων αυτών των σωμάτων που μετέχουν στην πολιτική πάλη; Με δεδομένο, μάλιστα, ότι τα παραπάνω περιστατικά δεν συνιστούν μία εξαίρεση στην ιστορία των πολιτικών αγώνων σε παγκόσμιο επίπεδο, πώς μπορούμε, εν τέλει, να σκεφθούμε γύρω από την απόφαση εκείνων των υποκειμένων που καθιστούν το σώμα και τη ζωή τους μία χειροβομβίδα της οποίας την περόνη έχουν οι ίδιοι αφαιρέσει, αμφισβητώντας μέσω του «δικαιώματος στον θάνατο», μέσω αυτής της «νεκροαντίστασης» [necroresistance], για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο και την ανάλυση της Banu Bargu, «την ιδεολογική ηγεμονία του κράτους που βασίζεται στην ιεροποίηση και προστασία του “δικαιώματος στη ζωή”», και διεκδικώντας —για όλους και όλες, και όχι ατομικά— τον βίο που δικαιούνται, και όχι τη γυμνή ζωή, την απλή βιολογική ύπαρξη και επιβίωση που τους παραχωρείται;
[…] Η πρακτική της «απεργίας πείνας» μεταφέρθηκε στην καρδιά της Δύσης —και δη στην καρδιά της Βιομηχανικής Επανάστασης—από τη Ρωσία στα τέλη του 19ου αιώνα. Μάλιστα, η μεταφορά αυτής της πρακτικής ενεγράφη εξ’ αρχής και στο γυναικείο σώμα, στο κατ’ εξοχήν, υπό βιοπολιτική προοπτική, σημείο συνάρθρωσης του ατομικού σώματος και του είδους, εκεί, δηλαδή, όπου, μέσω του πεδίου της σεξουαλικότητας, το ατομικό σώμα και οι επιθυμίες του καθίστανται «ανα-παραγωγοί» του κοινωνικού: στις 5 Ιουλίου 1909 η σουφραζέτα Marion Wallace-Dunlop ξεκίνησε απεργία πείνας για να αναγνωριστεί ως «πολιτική κρατούμενη». Η απεργία πείνας κράτησε «μόλις» 91 ώρες, καθώς μία από τις κατ’ εξοχήν βιοπολιτικές κοινωνίες της Δύσης ήρθε αντιμέτωπη με το παράδοξο γεγονός ότι, επειδή ακριβώς εστίαζε στην ασφάλεια και στην προστασία της ζωής μέσω του ιατρικού λόγου, ήταν υποχρεωμένη να υπολογίζει το «πολιτικό κόστος» του θανάτου μίας εκ των υπηκόων της. Όμως, οι σχέσεις εξουσίας και γνώσης πήραν το μάθημά τους από την αναπάντεχη αντίσταση που άρχισαν να υιοθετούν ολοένα και περισσότερες σουφραζέτες μεταξύ των ετών 1909-1914. Έτσι, μπροστά στον κίνδυνο να διαταραχθεί η λειτουργία του ποινικού συστήματος και ο μηχανισμός της φυλακής από τις ολοένα μαζικότερες απεργίες πείνας, οι οποίες ουσιαστικά ισοδυναμούσαν με απόπειρες αυτοκτονίας, δεν άργησαν να δώσουν την απάντησή τους με τη συνδρομή, φυσικά, της (ψυχ)ιατρικής εξουσίας: καταναγκαστική σίτιση. Άλλωστε, η τεχνολογία αυτή δεν ήταν καινούργια. Ο Philippe Pinel, «πατέρας της ψυχιατρικής» και εισηγητής της «ηθικής θεραπείας», διασφάλιζε με κάθε μέσο την καλή διατροφή των ψυχικά ασθενών στα άσυλα, ακόμη και παρά τη θέλησή τους, μέσω ενός ελαστικού σωλήνα. Το 1868, ο γερμανός γιατρός Adolf Kussmaul αναβάθμισε τεχνολογικά τον ελαστικό σωλήνα κατασκευάζοντας έναν στομαχικό καθετήρα μετά από τη μελέτη της τεχνικής ενός επαγγελματία καλλιτέχνη του τσίρκου που κατάπινε σπαθιά. Έτσι, η ψυχιατρική επιστήμη αντέστρεψε ab ovo, μέσω της ιατρικής καταδίκης της «ανορεξίας», τη θρησκευτική επιβράβευση της εγκράτειας στο φαγητό, της νηστείας και της καταδίκης της βουλιμίας. Το 1895, τα λόγια του A.R. Turnbull, επικεφαλής ψυχιάτρου του Fife and Kinross District Asylum, συνόψιζαν το αποτέλεσμα αυτής της αντιστροφής με τη μορφή της ψυχιατρικής διάγνωσης: «Η άρνηση τροφής μπορεί να οφείλεται σε απλή ηλιθιότητα ή στην αεικινησία και στην αμέλεια του μανιακού ενθουσιασμού· πολύ πιο συχνά παρατηρείται σε περιπτώσεις μελαγχολίας, μελαγχολικής διακοπής ή παραληρητικής τρέλας».
Βλέποντας, δηλαδή, τη γενεαλογία μίας ιατρικής τεχνολογίας και το πόσο εύκολα μετατοπίζεται η χρήση της από τον χώρο του ασύλου ή του νοσοκομείου στον χώρο της φυλακής, ακριβώς επειδή και οι δύο χώροι λειτουργούν με βάση το ίδιο διάγραμμα σχέσεων εξουσίας και γνώσης, καταλαβαίνει κανείς τώρα ότι το φουκωικό ερώτημα του «αν η φυλακή μοιάζει με τα εργοστάσια, με τα σχολεία, τους στρατώνες, τα νοσοκομεία, που όλα μοιάζουν με φυλακές» ήταν απλώς ρητορικό και ότι δεν πρέπει να ξαφνιάζεται κανείς σήμερα από την καθαρά πολιτική λειτουργία της ιατρικής επιστήμης εντός των νεωτερικών βιοπολιτικών κοινωνιών της καπιταλιστικής Δύσης. Εάν κάποιος εξακολουθεί να θεωρεί ότι η ιατρική επιστήμη έχει κατακτήσει πλέον μία περισσότερο αμερόληπτη, αποστασιοποιημένη και ουδέτερη στάση απέναντι στους πολιτικούς αγώνες και μία περισσότερο ανεκτική στάση σε όσες και όσους έκαναν την πολιτική επιλογή να αυτοκτονήσουν ή να προβούν σε απεργία πείνας, για να υπηρετήσουν αυτό που πίστευαν ότι άξιζε περισσότερο από τη ζωή ή την υγεία τους, όπως συνέβη με αφορμή τον αγώνα των γυναικών στη Βρετανία στις αρχές του 20ού αιώνα, ας ρίξει μία ματιά, μεταξύ πολλών άλλων, στην καταστολή των απεργιών πείνας που γίνονται στο Γκουαντάναμο στις αρχές του 21ου αιώνα. […]
Εικ. 1: Εικονογράφηση από αφίσα της Κοινωνικής και Πολιτικής Ένωσης Γυναικών που καταδικάζει την καταναναγκαστική σίτιση των σουφραζετών το 1910. Πολλές γυναίκες υπέστησαν αυτή τη βάναυση διαδικασία την περίοδο 1909-1914. (Μουσείο του Λονδίνου)
Εικ. 2: «Καρέκλα σίτισης» για την καταναγκαστική σίτιση των κρατουμένων στο Γκουαντάναμο. Αμέσως μετά την παροχή των θρεπτικών συστατικών οι κρατούμενοι παραμένουν δεμένοι στην καρέκλα για να αποφευχθεί κάθε απόπειρα εμετού.
[Αποσπάσματα από το βιβλίο των Θανάση Λάγιου και Βάσιας Λέκκα, Περί αυτοκτονίας. Το «απονενοημένο» διάβημα και οι βιο-πολιτικές νοηματοδοτήσεις του, σσ. 165-169. Οι υποσημειώσεις έχουν παραλειφθεί.
https://futurabooks.wordpress.com/2020/12/24/1106/]