24/08/2026
Χάινριχ φον Κλάιστ — Μίχαελ Κόλχαας
Από τις Εκδόσεις «Ερατώ» κυκλοφορεί σε τέταρτη έκδοση η νουβέλα του Χάινριχ φον Κλάιστ "Μίχαελ Κόλχαας" —ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του γερμανικού ρομαντισμού— στην εξαιρετική μετάφραση του Θόδωρου Παρασκευόπουλου. Η πρώτη έκδοση είχε κυκλοφορήσει το 2010.
Ο Μίχαελ Κόλχαας είναι το διασημότερο πεζογράφημα του γερμανού συγγραφέα Χάινριχ φον Κλάιστ (1777–1811). Βασίζεται στην αληθινή ιστορία του Χανς Κόλχας ή Κολχάζε: «Όχι για την περιουσία μου που μου την πήρανε, για το δίκιο που μου στερήσανε πολέμησα», γράφει μια χαλκογραφία του 1840 που παριστάνει τον Χανς Κολχάζε, τριακόσια ακριβώς χρόνια μετά τον αποκεφαλισμό του, το 1540, στο Βερολίνο.
Ένας φιλήσυχος και νομοταγής έμπορος αλόγων ταξιδεύει με το κοπάδι του από το Βρανδεμβούργο στη γειτονική Σαξονία, δύο ισχυρές ηγεμονίες της Γερμανίας του 16ου αιώνα. Στον πύργο ενός ευγενούς αφήνει ενέχυρο δύο άλογα για να του επιτραπεί η διέλευση, ο άρχοντας καταχράται το ενέχυρο και ο έμπορος ζητάει αποζημίωση. Έτσι αρχίζει η ιστορία του Μίχαελ Κόλχαας, ενός «από τους εντιμότερους και τρομακτικότερους ανθρώπους της εποχής του», όπως τον χαρακτηρίζει ο Κλάιστ. Μια τραγική ιστορία αδικίας και αυτοδικίας, εκδίκησης και καταστροφής που από τη δημοσίευσή της κιόλας, το 1810, προκάλεσε φιλολογικά, φιλοσοφικά, νομικά σχόλια που γεμίζουν ράφια βιβλιοθηκών, μεταφέρθηκε στο θέατρο και στον κινηματογράφο.
Ο Κόλχαας αδικείται, δεν βρίσκει το δίκιο του στα δικαστήρια και κηρύσσει πόλεμο κατά του καταπιεστή του πρώτα, κι έπειτα κατά του κράτους της Σαξονίας που είχε υποχρέωση να τον προστατεύσει και δεν το έκανε. Από κει και πέρα «καβάλα στα δυο μαύρα άλογα καλπάζει ο διάβολος μες στη Σαξονία». Ο Κόλχαας μαζεύει ανθρώπους γύρω του, πυρπολεί και λεηλατεί κάστρα και πόλεις, κατανικάει τον στρατό που στέλνουν εναντίον του, στο τέλος δικαιώνεται και καταστρέφεται. Στη γερμανική λογοτεχνία ο Μίχαελ Κόλχαας είναι το ακριβώς αντίθετο της μπρεχτικής αρχής «Καλύτερα να λυγίσεις παρά να σπάσεις», που χαρακτηρίζει π.χ. τη Μάνα Κουράγιο και τον Γαλιλαίο.
Ο Κλάιστ αφηγείται την ιστορία τού ήρωά του σαν με μια ανάσα, και φτιάχνει ένα αληθινό «διήγημα δράσης». «Ορμητική, στον αντίποδα του λυρισμού», αποκαλεί την αφήγηση του Κλάιστ στον Κόλχαας ο Τόμας Μαν. Και για τη γλώσσα του γράφει: «δίνει την εντύπωση της υπομονετικής σφυρηλάτησης, κυνηγημένης ταυτόχρονα από ένα τέμπο που κόβει την ανάσα». Η γρήγορη αφήγηση υποστηρίζεται από την ιδιόμορφη στίξη του Κλάιστ, και από την ένταξη των διαλόγων μέσα στην αφήγηση. Η σχεδόν πλήρης απουσία περιγραφών ενισχύει τον γοργό ρυθμό: τα τοπία, τα χαρακτηριστικά των ηρώων, τα κτίρια, τα έπιπλα, τα όπλα και τα σκεύη δεν ενδιαφέρουν τον συγγραφέα. Τον ενδιαφέρουν μόνο οι πράξεις και τα συναισθήματα των ηρώων του, που αποτυπώνονται στην έκφραση του προσώπου, στη στάση του σώματος, σε κινήσεις ακόμα και σε μικρές χειρονομίες. Στον Μίχαελ Κόλχαας βρίσκει κανείς όλα τα στοιχεία του λογοτεχνικού είδους της νουβέλας: ένα απίστευτο γεγονός, τις στιγμές της μοίρας που καθορίζουν τις καμπές της ιστορίας, την αυστηρή πορεία προς την κορύφωση, την απομόνωση της κεντρικής φιγούρας.
Η ιστορία του Μίχαελ Κόλχαας διαδραματίζεται στο φόντο της ταραγμένης εποχής της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης, λίγο μετά τον πόλεμο των χωρικών (1524 – 1526), της μεγάλης εξέγερσης που συντάραξε πολλές γερμανικές ηγεμονίες. Στη Σαξονία, όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του Κόλχαας, η εξέγερση των αγροτών είχα καταπνιγεί μόλις δεκαπέντε χρόνια πριν. Στη νουβέλα δεν αναφέρεται πουθενά, είναι όμως παρούσα και εκδηλώνεται κάθε τόσο: με την αθρόα προσέλευση χωρικών στη συμμορία του Κόλχαας, με την υποστήριξη της κοινής γνώμης στις πόλεις. Το ξέσπασμα των πολιτών της Δρέσδης κατά των αριστοκρατών στην πλατεία μπροστά στα ανάκτορα είναι μια από τις πιο ζωντανές σκηνές της γερμανικής λογοτεχνίας.
Στη νουβέλα του Κλάιστ εμφανίζονται μεγάλες προσωπικότητες της εποχής στην οποία διαδραματίζεται η υπόθεση, όπως ο ηγέτης της θρησκευτικής μεταρρύθμισης Μαρτίνος Λούθηρος, ο Κάρολος Κουΐντος, βασιλιάς της Ισπανίας και αυτοκράτορας της Γερμανίας, που στην επικράτειά του «ποτέ δεν έδυε ο ήλιος», αφού εκτεινόταν από την Ουγγαρία μέχρι την Αμερικανική Ήπειρο, οι ηγεμόνες της Σαξονίας και του Βρανδεμβούργου, των δύο γερμανικών πριγκιπάτων που τότε άρχισαν να ερίζουν για την πρωτοκαθεδρία στη γερμανική Αυτοκρατορία.
Τα στοιχεία για τον Μίχαελ Κόλχαας ο Κλάιστ τα άντλησε από τη συλλογή χρονικών της Σαξονίας που εξέδωσαν το 1731 οι Κρίστιαν Σέντγκεν και Γκέοργκ Κρίστοφ Κράιτσιγκ. Εκεί βρήκε την ιστορία του ληστή Χανς Κολχάζε που είχε γράψει ο Πέτερ Χάφτιτζ στα τέλη του 16ου αιώνα και παραπομπές του συγγραφέα σε δύο άλλα χρονικά με το ίδιο περιεχόμενο, του Μπαλτάζαρ Μεντς και του Νίκολαους Λόιτινγκερ. Ο Κλάιστ είχε επίσης υπόψη του την επιστολή με την οποία ο Λούθηρος προσπάθησε να πείσει τον Κολχάζε να σταματήσει την εκστρατεία του εναντίον του ηγεμόνα της Σαξονίας.
Αυτές οι πηγές υπάρχουν σε ελληνική μετάφραση στο παράρτημα του βιβλίου, όπως και η βιογραφία του συγγραφέα. Το παράρτημα περιέχει επίσης δώδεκα εικόνες προσώπων, εγγράφων και σκηνών της εποχής.
Μετάφραση Θόδωρος Παρασκευόπουλος
256 σ. με 12 δίχρωμες εικόνες για πρόσωπα και πράγματα.
isbn 978-960-229-226-6