12/07/2026
Πριν από μία εβδομάδα είχα τη χαρά να συμμετάσχω στο 6ο Θερινό Σχολείο Εκπαίδευσης για τους Γεώτοπους και την Αειφορία του Γεωπάρκου Σητείας.
Το θέμα της ομιλίας ήταν:
«Πώς τα αποτυπώματα της φύσης παίρνουν ζωή στα χέρια του ανθρώπου».
Ως οργανοποιός, προσπάθησα να μιλήσω όχι για την τεχνική της κατασκευής, αλλά για κάτι που με απασχολεί όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια.
Πώς ένα δέντρο μπορεί να ζήσει πολλές ζωές.
Πώς ένα παλιό δοκάρι, λίγο πριν γίνει καυσόξυλο, μπορεί να μεταμορφωθεί σε μουσικό όργανο.
Και πώς η φύση δεν σταματά να μιλά, όταν βρεθεί στα χέρια ανθρώπων που ξέρουν να την ακούνε.
Οι ομιλίες συνήθως χάνονται μόλις σβήσουν τα φώτα.
Αυτή θα ήθελα να μείνει.
Γιατί δεν μιλά μόνο για την οργανοποιία.
Μιλά για τη δεύτερη, την τρίτη και την τέταρτη ζωή που μπορεί να κρύβεται μέσα σε ένα κομμάτι ξύλο.
Καλησπέρα σας.
Όταν με κάλεσαν να μιλήσω με αυτόν τον τίτλο, σκέφτηκα ότι ίσως ένας οργανοποιός μπορεί να δώσει μια λίγο διαφορετική απάντηση.
Γιατί, όταν ακούω την φράση «αποτυπώματα της φύσης», δεν σκέφτομαι πρώτα τον άνθρωπο. Σκέφτομαι το δέντρο.
Σκέφτομαι τα χρόνια που πέρασε κάτω από τον ήλιο, τους ανέμους που το λύγισαν, τις βροχές που το πότισαν ή τις ξηρασίες που το δοκίμασαν.
Όλα αυτά αφήνουν αποτυπώματα μέσα στο ξύλο.
Και όταν, ύστερα από εκατό ή διακόσια χρόνια, αυτό το ξύλο φτάσει στον πάγκο ενός οργανοποιού, εκείνος δεν ξεκινά από το μηδέν.
Συνεχίζει μια διαδρομή που η φύση έχει ήδη χαράξει.
Και για να σας πω τι εννοώ, θα ήθελα να σας διηγηθώ δύο ιστορίες
Δύο ιστορίες που εξελίσσονται παράλληλα για περίπου τρεις αιώνες.
Οι πρωταγωνιστές τους δεν είναι άνθρωποι.
Είναι δύο δέντρα.
⸻
Η πρώτη ιστορία ξεκινά σε ένα χωριό της Κρήτης.
Κάποτε φυτεύτηκε εκεί μια μουριά.
Για να τρέφει τους μεταξοσκώληκες με τα φύλλα της.
Για να χαρίζει τη σκιά της στους ανθρώπους του χωριού.
Τα χρόνια περνούσαν.
Οι άνθρωποι έπιναν τον καφέ τους κάτω από τον ίσκιο της.
Τα παιδιά έπαιζαν. Τα γλέντια στήνονταν.
Η μουριά στεκόταν εκεί, σιωπηλή, παρακολουθώντας τη ζωή να περνά.
Κάποτε όμως χρειάστηκε να κοπεί.
Όχι γιατί τελείωσε η ζωή της. Γιατί ξεκινούσε μια καινούργια.
Έγινε δοκάρι στη στέγη ενός πέτρινου σπιτιού.
Και για πολλές γενιές προστάτευσε ανθρώπους, όνειρα και αναμνήσεις.
Ώσπου κι αυτό το σπίτι ολοκλήρωσε τον κύκλο του.
Η στέγη κατεδαφίστηκε.
Το ξύλο όμως δεν κάηκε.
Κάποιος ψαράς το διαμόρφωσε σε μια ξύλινη γλίστρα στην ακροθαλασσιά, για να γλιστρούν οι βάρκες προς τη θάλασσα.
Και για άλλα πενήντα περίπου χρόνια συνέχισε να βοηθά τους ανθρώπους να ανοίγονται στο πέλαγος και, όταν έρχονταν οι χειμώνες, να κρατά τις βάρκες προστατευμένες στη στεριά.
Μέχρι που κι αυτή η χρήση τελείωσε.
Όλοι πίστευαν πως το ξύλο είχε ολοκληρώσει τον κύκλο του πεταμένο στην άκρη της γλίστρας.
Τότε βρέθηκε ένας άνθρωπος που είδε μέσα του κάτι που οι άλλοι δεν έβλεπαν.
Ο τυχερός αυτός άνθρωπος ήμουν εγώ.
⸻
Αυτή όμως είναι μόνο η μισή ιστορία.
Η άλλη αρχίζει πολύ μακρύτερα.
Στα βουνά του Ταύρου, στη νοτιοανατολική Τουρκία.
Εκεί μεγάλωνε ένας κέδρος. Για δεκαετίες. Ίσως και για αιώνες.
Μέχρι που ήρθε η εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Τα μεγάλα αυτά δέντρα κόβονταν και, μέσα από τους θαλάσσιους δρόμους της Ανατολικής Μεσογείου, ταξίδευαν προς τα νησιά.
Ένα από αυτά τα ξύλα έφτασε και στην Κρήτη.
Έγινε κι αυτό μέρος μιας στέγης. Προστάτευσε ζωές.
Έμεινε εκεί για δύο περίπου αιώνες.
Και κάποτε βρέθηκε κι αυτό μπροστά στην ίδια μοίρα.
Να θεωρηθεί άχρηστο. Να γίνει καυσόξυλο.
Και λίγο πριν συμβεί αυτό, βρέθηκε στα χέρια του ίδιου οργανοποιού.
⸻
Η μουριά έγινε το σκάφος μιας λύρας.
Ο κέδρος έγινε το καπάκι της.
Η μία ιστορία γεννήθηκε σε μια αυλή της Κρήτης.
Η άλλη σε ένα βουνό της Ανατολής.
Δεν συναντήθηκαν ποτέ ως δέντρα.
Συναντήθηκαν αιώνες αργότερα πάνω στον πάγκο ενός οργανοποιού.
Και τότε κατάλαβα κάτι.
Τα αποτυπώματα της φύσης δεν παίρνουν ζωή στα χέρια του ανθρώπου.
Παίρνουν φωνή!
⸻
Δύο δέντρα περίμεναν τρεις αιώνες για να τραγουδήσουν μαζί.
Και αν μου επιτρέπετε… θα ήθελα να τα αφήσω να σας το πουν τα ίδια.
⸻
«Νύφες» του Σταμάτη Σπανουδάκη για λύρα και πιάνο
⸻
Και πριν κλείσω, θα ήθελα να σας αφήσω με μία μόνο σκέψη.
Την επόμενη φορά που θα δείτε ένα παλιό κομμάτι ξύλο… ένα δοκάρι…
έναν κορμό που μοιάζει έτοιμος να πεταχτεί…
μην αναρωτηθείτε μόνο πόσο παλιό είναι.
Αναλογιστείτε πόσες ζωές έχει ήδη ζήσει.
Και πόση μουσική μπορεί ακόμη να κρύβεται μέσα του.
Αυτό είναι που αγαπώ περισσότερο στην οργανοποιία.
Δεν φτιάχνουμε ζωή.
Την αναγνωρίζουμε.
Και της δίνουμε την ευκαιρία να ακουστεί.
Σας ευχαριστώ!
Η ομιλία συνοδεύτηκε από την εκτέλεση του έργου «Νύφες» του Σταμάτη Σπανουδάκη, σε διασκευή για κρητική λύρα και πιάνο, με τη Ζήνα Γιαλεσάκη στο πιάνο.